παν-

παν-
και παμ- και παγ- (ΑΜ παν- και παμ- και παγ-)
α' συνθετικό ονομάτων και ρημάτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στο ουδέτερο παν (με -- βραχύ) τού επιθ. πᾱς*. Το -ν του α' συνθετικού διατηρείται όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν ή σύμφωνο δ, ζ, θ, ν, σ, τ, ενώ τρέπεται: α) σε -ν- όταν το β' συνθετικό αρχίζει από γ, κ, χ, ξ (πρβλ. παγ-γενέτης, πάγ-καλος, πάγ-χρυσος, πάγ-ξενος)
β) σε -μ- μπροστά από β, μ, π, φ, ψ (πρβλ. παμ-βασιλεύς, πάμ-μικτος, πάμ-πλουτος, παμ-φάγος, πάμ-ψυχος) και γ) σε -λ- ή -ρ- μπροστά από λ ή ρ αντίστοιχα (πρβλ. παλ-λαϊκός, παρ-ρησία). Από τα σύνθ. σε παν- τα περισσότερα είναι προσδιοριστικού τύπου (δηλ. το α' συνθετικό προσδιορίζει το β' συνθετικό), ενώ υπάρχουν και αντικειμενικού τύπου συνθ. (στα οποία το α' συνθετικό είναι αντικείμενο τού θ' συνθετικού, πρβλ. παν-δαμάτωρ, πάμ-φιλος), τα οποία, εκτός από τα παγκρατής και πανόπτης, έχουν ομηρική προέλευση. Ελάχιστα επίσης είναι τα συνθ. κτητικού τύπου, συνήθως όταν το β' συνθετικό είναι ουσιαστικό (πρβλ. πάγ-χαλκος, παν-άργυρος, πάν-ορμος). Τα προσδιοριστικού τύπου συνθ. σε παν- έχουν τη σημ. ότι το δηλούμενο διά τού β' συνθετικού υπάρχει ή τελείται πλήρως (πρβλ. πάμ-πλανος, πάμφλεκτος), απολύτως (πρβλ. παμ-ψηφία), καθ' ολοκληρίαν (πρβλ. πάμπαν), καθολικά (πρβλ. παμμαστίτιδα), με ποικίλο τρόπο (πρβλ. παμ-πρόσωπος, πάμ-φθογγος) ή αναφέρεται σε ένα σύνολο πραγμάτων ή προσώπων ή σε όλο τον κόσμο (πρβλ. παλλαϊκός, παν-διδακτήριο, πάγ-κοινος, Παν-αθήναια, παν-ανθρώπινος). Σε έναν σημαντικό αριθμό συνθ. σε παν με β' συνθετικό ένα επίθ., το επίθ. πᾱς χρησιμοποιείται για να δηλώσει την απόλυτη, την καθαρή έννοια τού β' συνθετικού εμφατικά εκφρασμένη: πάλ-λευκός, παμ-μέγιστος, παν-αθάνατος, πάμ-πρωτος, παμμέλας και με επίθημα -ιος: παν-δήμιος, παν-όψιος, παν-ημέριος (πρβλ. και τα συνθ. σε θεο- και μεγαλ[ο]- και τα γαλλ. συνθ. τού τύπου tout bland). Σε έναν μεγάλο αριθμό συνθ., εξάλλου, το επίθ. πᾱς χρησιμοποιείται με σημ. υπερθετικού για να δηλώσει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό υπάρχει σε υπερβολικό, υπέρτατο βαθμό (πρβλ. παμ-πάλαιος, πάμ-πλουτος, παν-άγαθος, παν-άγιος, παν-άρχαιος, πάμ-φτωχος). Το επίθ. πᾱς, τέλος, εμφανίζεται ως α' συνθετικό σε μια σειρά ξεν. επιστημονικών όρων που έχουν εισαχθεί στην Ελληνική ως αντιδάνεια (πρβλ. παν-σπερμία < αγγλ. panspermia, παν-θεϊσμός < αγγλ. pan-theism). Το επίθ. πᾱς, εκτός από τη μορφή παν-, εμφανίζεται ως α' συνθετικό και με τις μορφές παντ(ο)-* και πασι- (βλ. λ. πας).Παραδείγματα συνθ. σε παγ-, παμ- και παν-: παγγόνος, πάγκακος, πάγκαλος, πάγκοινος, παγκόσμιος, πάγκρεας, πάλλευκος, παμβασιλεύς, παμμίαρος, παμπάλαιος, παμπληθής, πάμπλουτος, πάμπολυς, παμπόνηρος, πάμπτωχος, παμφάγος, παμψηφεί, πανάγαθος, πανάγιος, πάναγνος, Παναθήναια, πανάθλιος, παναιτωλικός, πανάξιος, παναρμόνιος, πανάχραντος, πανδαισία, πανδαμάτωρ, πάνδεινος, πανδέκτης, πάνδημος, πανδοχεύς (-έας), πανδώρα, πανένδοξος, πανεπιστήμων, πανήγυρις, πάνθειος, πάνθεον, πανίερος, πανιώνιος, πανόμοιος, πάνοπλος, πανόπτης, πάνορμος, πανούργος, πανσεβάσμιος, πανσέληνος, πάνσεπτος, πανσθενής, πάνσοφος, πανσπερμία, πανστρατιά, παντελής, πάντολμος, πανσύστατος, πανώλης
αρχ.
παγγέλαστος, παγγενέτης, παγγενής, παγγενναίος, πάγγεος, παγγυναικί, παγκαίνιστος, παγκάκουργος, παγκάλλιστος, πάγκαρπος, παγκατάρατος, παγκευθής, πάγκλαυ(σ)τος, πάγκληρος, παγκοίρανος, παγκοίτης, πάγκοσμος, παγκρατής, παγκρείττων, πάγκρυφος, παγκτήμων, παγκτητικός, πάγκτιστος, πάγκυφος, πάγξενος, παγχάλεπος, πάγχαλκος, πάγχορτος, πάγχριστος, παγχρόνιος, πάγχρους, πάγχρυσος, πάμβορος, πάμβουλος, πάμμαχος, παμμέλας, παμμελής, πάμμεστος, πάμμετρος, παμμήκης, πάμμηνος, παμμήτωρ, παμμήχανος, παμμιγής, πάμμικρος, πάμμικτος, πάμμορος, πάμμουσος, παμπαθής, πάμπαν, παμπειθής, πάμπλειστος, πάμπληκτος, παμπλήρης, πάμπολις, παμπόρφυρος, παμπρόσωπος, πάμπρωτος, παμφανής, παμφάρμακος, παμφεγγής, πάμφημος, πάμφιλος, πάμφλεκτος, πάμφοιτος, πάμφορος, παμφυής, πάμφωνος, πάμψυχος, παναίολος, παναισθησία, παναίσιος, πάναισχρος, πανακής, παναλγής, παναπήμων, πανάργυρος, πανάρετος, παναρκής, πάναρχος, πανάσπιλος, παναυγής, πανδαίδαλος, πανδάκρυτος, πάνδειλος, πανδερκής, πανδέτης, πάνδικος, πανδόκιμος, πάνδοξος, πάνδουλος, πανδύναμος, πάνδωρος, πάνεθνος, πανειδής, πανείκελος, πανελεήμων, πανέξαλλος, πανέξοχος, πανεπίσκοπος, πανεπόπτης, πανέραστος, πανέρως, πανέσπερος, πανέσχατος, πανευεργέτης, πανευμαρής, πανευμενής, πανεύνους, πανεύτονος, πανευτυχία, πανεύφορος, πανεύφρων, πάνζοφος, πανηγεμών, πανήμαρ, πανθαλής, πανθαρσής, πανθέατος, πανθελγής, πανθηλής, πάνθηλυς, πάνθηρος, πάνθρους, πάνθυτος, πανίλεος, πανίμερος, παννέφελος, πάννικος, πανοικεσία, πανοικία, πάνολβος, πάνοπτος, πανόργιλος, πανορκία, πανούσιος, πανόψ, πανόψιος, πάνριζος, πάνρυτος, πάνσκοπος, πάνσμικρος, πάνσπερμος, πάνσυρτος, παντάλας, πάντεχνος, παντλήμων, πάντρητος, πάντρομος, πάντροπος, παντρόφος, παντυχία, πάνυγρος, πανυπέρτάτος, πανωδός, πανώδυνος, πανώδυρος, πανώνυμος, πάνωρος, πανωφελής, πάνωψ
αρχ.-μσν.
παγγήρως, πάγγλωσσος, πάγκλειτος, παγκράτωρ, πάγχρηστος, παμβέβηλος, παμμάκαρ, παμμάταιος, πάμμορφος, παμμόχθηρος, πάμνηστος, πάμπιστος, παμποίκιλος, πάμφορβος, πάμφυλος, παναίτιος, παναληθής, παναλκής, πανάμωμος, παναοίδιμος, πανδέξιος, πανδοσία, πανελεύθερος, πανέορτος, πανέστιος, πανευλαβής, πανευπρεπής, πανευσεβής, πανόλβιος, πανόμματος, πάνσεμνος, πανσύνετος, πάνσωμος, πανσωτήριος, παντέλειος, παντερπής, παντερπνός, πάντευχος, πάντιμος, πανύμνητος, πανύψιστος
μσν.
παγγάληνος, παγγέραστος, πάγγυμνος, παγκάλλινος, παγκλέιστος, παγκλέπτης, παγκράτιστος, πάμπλανος, παμπόθητος, πάμπυκνος, παναίρετος, πανάρεστος, πανάψογος, πανδαής, πανδίκαιος, πανδορκία, πανέντιμος, πανεράσμιος, πανεργάτης, πάνεσθλος, πανευγενής, πανεύδοξος, πανευτελής, πανευφυής, πανευώδης, πανήκοος, πανθαύμαστος, πάνθεος, πάνπλειστος, πανσέβαστος, πανσίδηρος, πάνσκιος, πανσώτηρ, παντεχνής, παντεχνίτης, πανυπέρτιμος, πανώραιος
μσν.- νεοελλ.
παγκάκιστος, πάμφτωχος, πανευτυχής, πανίσχυρος, πανόσιος, πανύψηλος
νεοελλ.
παγγερμανισμός, παγκαρδίτιδα, πάγχρωμος, παλλαϊκός, παμβαβυλωνισμός, παμβαλκανικός, παμμαστίτιδα, παμμιξία, παμμορφισμός, παμπελοποννησιακός, πάμφθηνος, πανάκριβος, παναλγία, παναμερικανικός, πανανθρώπινος, παναραβισμός, πανάρχαιος, πανασιατισμός, πανάσχημος, παναχαϊκός, πανδαιμόνιο, πάνδηλος, πάνδροσος, πανεθνικός, πανελλαδικός, πανέμορφος, πανέξυπνος, πανέτοιμος, πανευρωπαϊκός, πανζουρλισμός, πανθεΐα, πανθεϊσμός, πανθεϊστής, πανθελισμός, πανιδηρισμός, πανισλαμισμός, πανόραμα, πανσλαβικός, πανσλαβισμός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • παν — I Ελληνική θεότητα, το πεδίο δράσης, της οποίας –ο άγριος κόσμος των ποιμένων– ήταν παρόμοιο με εκείνο του Ερμή, τον οποίου θεωρούνταν γιος. Περισσότερο δαίμων παρά θεός, είχε ζωώδη χαρακτηριστικά (παριστανόταν με κέρατα και κατσικίσια πόδια:… …   Dictionary of Greek

  • Παν — I Ελληνική θεότητα, το πεδίο δράσης, της οποίας –ο άγριος κόσμος των ποιμένων– ήταν παρόμοιο με εκείνο του Ερμή, τον οποίου θεωρούνταν γιος. Περισσότερο δαίμων παρά θεός, είχε ζωώδη χαρακτηριστικά (παριστανόταν με κέρατα και κατσικίσια πόδια:… …   Dictionary of Greek

  • παν — το γεν. παντός, ως ουσ. 1. όλος ο κόσμος, το σύμπαν: Ο δημιουργός του παντός. 2. το σπουδαιότερο μέρος ενός πράγματος: Το παν είναι να κάνεις την αρχή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Πᾶν' — Πᾶνα , Πάν masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πάν — Πά̱ν , Πάν masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πᾶν — πᾶς papa masc acc sg πᾶς papa neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πᾶν' — πᾱνέ , πανός masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πάν — πᾶς papa neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Παν Τσάο — (Pan Ch’ao ή Ban Chao, 31 – 102). Κινέζος στρατηγός, αδελφός του ιστορικού Παν Κου. Την εποχή της βασιλείας του αυτοκράτορα Μινγκ, διακρίθηκε στους πολέμους εναντίον των Ούννων, τους οποίους νίκησε καταλαμβάνοντας το Τουρκεστάν. Προχώρησε μετά… …   Dictionary of Greek

  • Παν Κου — (Pan Ku, 1ος αι. μ.Χ.). Κινέζος ιστορικός. Θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ιστοριογράφους της Κινεζικής αυτοκρατορίας. Έγραψε ιστορικά και φιλοσοφικά έργα, τα σπουδαιότερα από τα οποία τιτλοφορούνται Πο χου τονγκ και Τσιεν Xαν τσου …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”